Αρχική Ειδήσεις ΕΝΑ ΜΗΝΥΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΛΙΜΑΝΑΚΙ ΚΑΙ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗ...

ΕΝΑ ΜΗΝΥΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΛΙΜΑΝΑΚΙ ΚΑΙ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗ ΠΛΗΓΕΙΣΑ ΠΕΡΙΟΧΗ

185
0

Ένα μήνυμα από τον Ουρανό στο Κόκκινο Λιμανάκι
Πώς Μαυρίζουν οι ψυχές των ανθρώπων

(ένα κείμενο φόρος τιμής στους αγαπημένους αδελφούς μας στοΚόκκινο Λιμανάκι και όχι μόνο)

2
Είναι γνωστή στους κατοίκους στο Κόκκινο Λιμανάκι η εύνοια και η παρουσία του Θεού μετά τη φονική τραγωδία της 23ης Ιουλίου. Ο προσφιλής μας αείμνηστος Παναγιώτης Κοκκινίδης, μαζί με τη γυναίκα του, τα δύο του παιδιά και τη μητέρα του ετελείωσαν τον παρόντα βίο στην πυρκαγιά στο Κόκκινο Λιμανάκι. Ο αγαπητός
μας αδελφός, όσο ζούσε ήταν υπόδειγμα ενάρετου βίου με την τιμία οικογένειά του και όλοι μέσα στην εκκλησία έχουν να πουν τα καλύτερα λόγια, ιδίως για τη μητέρα του που ήταν πρότυπο διακονίας και προσφοράς. Ο Θεός λοιπόν βλέποντας τον
αβάστακτο πόνο των πολιτών που υποφέρουν παντοιοτρόπως ψυχικά αλλά και βλέποντας και τις τίμιες άγιες ψυχές της περιοχής μας που αγόγγυστα υπομένουν τις θλιβερές εκβάσεις της ζωής και με το καθαρό, ανεπιτήδευτο χαριτόμορφο πρόσωπό τους γίνονται σημείο ανακούφισης, παραμυθίας και ελπίδος για όλους εμάς τους
ασθενείς στην πίστη, αξίωσε την εκκλησιαστική κοινότητα στο Κόκκινο Λιμανάκι να φανερωθεί αυτό, το απόλυτα φυσιολογικό που ως χριστιανοί λόγω άλλοτε άγνοιας της πίστης μας, της ορθόδοξης θεολογίας, και άλλοτε λόγω της εμπαθούς κατάστασής
μας, της σκληροκαρδίας μας αδυνατούμε να το δούμε, να το αισθανθούμε, να το νοιώσουμε, να το ζήσουμε. Σε φιλικά πρόσωπα προς την οικογένεια του Παναγιώτη φανερώθηκε ο Παναγιώτης με τα παιδιά του Δημήτρη και Γιώργο, σε μια απίστευτη ολόλαμπρη και ολοφώτεινη κατάσταση να περιβάλλεται από ένα εκτυφλωτικό λευκόφως και να συνομιλεί με την κυρία που μας το διηγήθηκε. Της είπε : «Μην στεναχωριέστε άλλο πια. Πονέσαμε λίγο τη στιγμή που μας εγκλώβισε η φωτιά και καήκαμε. Αλλά τώρα εδώ που είμαστε, είμαστε τόσο ευτυχισμένοι και
χαρούμενοι που η χαρά μας είναι απερίγραπτη και ανεκλάλητη. Ο πόνος της φωτιάς είναι μια μικρή οδυνηρή ανάμνηση και δεν έχει μέτρο συγκρίσιμο με την ευτυχία που ζούμε εδώ μαζί με τους υπολοίπους. Σας παρακαλώ να μην στεναχωριέστε καθόλου για μας. Αδικείται τον εαυτό σας και δεν μας παρέχετε κάποια ουσιαστική βοήθεια να είστε διαρκώς θυμωμένοι». Στο πνεύμα του καλού μας φίλου Παναγιώτη, θα μπορούσαμε να συμπληρώσουμε μην μαυρίζετε τις ψυχές εμένα και των κεκοιμημένων αδελφών μου της πυρκαγιάς της 23ης Ιουλίου, διακατεχόμενοι οι ενδιαφερόμενοι για μας με μίσος, εκδικητικότητα, κατάθλιψη,
απόγνωση, αιμοδιψία, γκρίνια, απελπισία, κατάκριση για όσους πιστεύετε ότι δήθεν μας αδίκησαν. Όπως λέει και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος «κανένας δεν μπορεί να αδικήσει κανένα παρά μόνο ο εαυτός του.» Δεν σας ζητάμε να μας ξεχάσετε, αντιθέτως σας ζητάμε να μας θυμάστε πάντοτε, και να μας αυξάνετε τη δόξα του Παραδείσου που βιώνουμε κάνοντας έργα ευποιΐας, φιλανθρωπίας, αρετής, ελεημοσύνης, προσευχών υπέρ ημών, για μας. Σίγουρα ο Παναγιώτης θα μπορούσε να μας διαβεβαιώσει ότι: Όμως το κυριότερο από όλα που συναγωνίζεται το χαμόγελο και την καρδιά της Πλατυτέρας των Ουρανών, της Θεοτόκου με το δικό μου χαμόγελο και όλων των κεκοιμημένων είναι η προαγωγή της μεταξύ σας ενότητας, συνεργασίας, αδελφοσύνης, αγάπης, καταλλαγής, συγχωρητικότητας, συναντίληψης με όλους τους ανθρώπους, αλλά και αυτούς που πραγματικά αλλά και
δήθεν σας αδικούν. Τότε η χαρά μας δεν θα σκιάζεται από κηλίδες μίσους που θα προέρχονται από μια μεροληπτική, αφιλάνθρωπη, αποσπασματική απονομή δικαιοσύνης αλλά θα είναι πεντακάθαρη και το σημαντικότερο όλων όταν θα έλθει η ευλογημένη από τον Κύριο ώρα της συνάντησής μας να αξιωθούμε και εμείς να μετέχουμε στην ίδια ατελεύτητη χαρά, προγευόμενοι πληρέστερα από τώρα την παρουσία της Βασιλείας του Θεού ως ψυχές μέχρι να έρθει και η τρισευλογημένη ώρα της ολοκληρωμένης γεύσης της μετοχής στην ατελείωτη χαρά και δόξα της κοινωνίας της αγάπης του Θεού, με την ανάσταση πλέον και των σωμάτων μας κατά την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας. Το μόνο πράγμα που μπορεί να μας στερήσει την πραγμάτωση του κατ’ εικόνα, την καθ ́ομοίωση εν χάριτι κατάσταση, τον σκοπό για τον οποίο πλαστήκαμε είναι το γεγονός της αμαρτίας ως στάση ζωής και ως
ελεύθερη επιλογή και όχι η επιβολή μιας επιλεκτικής δικαιοσύνης που έρχεται ενίοτε να καλύψει και να νομιμοποιήσει τις δικές μας αγωνίες και κατανοήσεις. Ίσως αυτό το τραγικό συμβάν, βλέποντάς το από μια άλλη οπτική γωνία να μας αποκαλύπτει και
να μας υπενθυμίζει ποιότητες της Βασιλείας των Ουρανών κάνοντας μας συγχρόνως και πιο υπεύθυνους πολίτες. Πολίτες που δεν θα καταριόνται τους πάντες γύρω τους αλλά θα μπορούν να εμπνέουν με καθαρότητα της στάσης της ζωής τους, στο μέτρο
του εφικτού και στο μέτρο της πίστεώς τους την παρουσία του Αναστάντος Κυρίου.
Φυσιολογικά, μετά ένα τόσο έκτακτο και πολύνεκρο γεγονός, είναι αναμενόμενο να αναδύονται αναπάντητα ερωτήματα, αναπάντητα γιατί, γιατί σε μένα και στην οικογένειά μου, στην περιουσία μου, στους συγγενείς μου, στους φίλους μου, στους συμπολίτες μου;
γιατί στην περιοχή μας; γιατί εσύ Χριστέ μου, που ξέρεις από την φρικτή οδύνη του πόνου τόσο ως Παντογνώστης και πολύ περισσότερο όταν την βίωσες την αδικία και τη φρίκη των
πόνων στο δικό Σου Τίμιο Σώμα, ως Θεάνθρωπος κατά τη σάρκα, να επιτρέψεις τέτοια ανερμήνευτη συμφορά που γονατίζει και συσκοτίζεται από το βάρος της ο κοινός ανθρώπινος νους;
Γιατί η συντεταγμένη πολιτεία δεν τους έσωσε όλους και δεν απότρεψε και αυτό το κακό;
Γιατί οι φορείς δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων να μην αφήσουν να εξελιχτεί αυτή η τραγωδία;
Και άλλα άπειρα, αναρίθμητα γιατί που αυξομειώνονται, εκτός των άλλων, και από τις πηγές που επιθυμεί να τροφοδοτείται ο κάθε τίμιος συμπολίτης μας. Η καρδιά και ο νους του κάθε συμπολίτη μας, θα αναπαύεται στον Άκτιστο Θεό Πατέρα, την Εσταυρωμένη Ενυπόστατη Αγάπη, τον Νικητή της φθοράς και του θανάτου ή στην αχαρίτωτη λογική του κοσμικού φρονήματος, που θεοποιεί την αυτονομία του εγωτικού θελήματος, τον αντικοινωνικό ατομοκεντρισμό και επιθυμεί να επιβληθεί βίαια και εκδικητικά σε όποιον λογίζεται διαφορετικά από αυτόν.
Ο Θεός λοιπόν βλέποντας τον αβάστακτο πόνο που πλανάται στους πληγέντες, στεκόμενος πάντοτε δίπλα σε κάθε άνθρωπο που υποφέρει, ενισχύοντάς τον με φωτισμό σε αδιέξοδά του ακόμα και αν αγνοεί παντελώς την παρουσία Του φανερώνει παντοιοτρόπως την Πρόνοιά Του πολλές φορές με τρόπους που κατανοούμε, όχι άμεσα αλλά, αρκετές φορές, σε πολύ δευτερεύοντες χρόνους.

Στον αντίποδα αυτής της θαυμαστής θεοφάνειας και θεανθρώπινης εμπειρίας που η χάρις του Θεού μας αξιώνει να ζούμε, παρατηρούμε μια διαρκής ατελείωτη γκρίνια που υπερπολλαπλασιάζεται υπερμεταδιδόμενη από κοινωνικά δίκτυα, έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο που αντί να επισημαίνουν με επιχειρήματα και τεκμήρια σημεία δυσλειτουργίας και ελλείψεις στις διάφορες πολιτειακές διαδικασίες, εμφανίζεται ένας ολοκληρωτικός εκμηδενισμός οτιδήποτε καλού έχει επιτευχθεί, αγνοώντας τον συνυπολογισμό συνδυαστικά και παράλληλα της σύγχρονης πραγματικότητας, της συσσωρευμένης παθογένειας αντικρουόμενων νομοθετικών διατάξεων πολλών δεκαετιών πίσω και τις ραγδαίες εξελίξεις σε έτερα επίπεδα κοινωνικού βίου όπως
λ.χ. οι επιπτώσεις της πανδημίας.

Τα βλέπουμε τα προβλήματα, δεν πετάμε στα σύννεφα, αλλά θα αγωνιστούμε για την επίλυσή τους , θα τα καταφέρουμε. Είναι αυτός ο λογισμός. Για αυτό τόνιζε πάντοτε ο άγιος Παΐσιος ο αγιορείτης : «Κάντε μέσα σας ένα εργαστήριο καλών λογισμών.
Ο νους να μετατραπεί σε ένα εργαστήριο καλών λογισμών που ό,τι παίρνεις να το ισιώνεις, το στραβό να το κάνεις ίσιο, το μαύρο να το κάνεις άσπρο, ό,τι βλέπεις να το μετατρέπεις σε αισιόδοξο, χαρούμενο, θεϊκό», Σε άλλο σημείο σημειώνοντας με χειρουργική ακρίβεια την χρόνια παθογένεια της κοινωνίας αλλά και μιας μερίδας χριστιανών που συνεχώς βρίσκουν αφορμή με κοινωνικά, ιατρικά, πολιτειακά, εκκλησιαστικά ζητήματα για να θάβουν όλους τους άλλους, όπως την Εκκλησία και τους Επισκόπους της, που δεν σκέφτονται όπως αυτοί, βεβαίωνε ο άγιος Παΐσιος:
«Όποιος γκρινιάζει ρημάζει» Γέρων Παΐσιος: Θέλει παλληκαριά, για να κοπή η κατάκριση. Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου – Γέροντα, μερικοί πνευματικοί άνθρωποι, όταν βλέπουν κάποιον να ζει αμαρτωλά, λένε: «Α, αυτός, έτσι που πάει, είναι για την κόλαση!».
Άγιος Παΐσιος: – Αχ, αν οι κοσμικοί άνθρωπο πάνε στη κόλαση από τις καταχρήσεις, οι πνευματικοί άνθρωποι θα πάνε από τις κατακρίσεις… Για κανέναν δεν μπορούμε να πούμε ότι θα πάει στην κόλαση. Ο Θεός δεν ξέρουμε πώς εργάζεται. Τα κρίματα του Θεού είναι άβυσσός. Κανέναν να μη καταδικάζουμε, γιατί έτσι παίρνουμε την κρίση από τα χέρια του Θεού. Πάμε να γίνουμε Θεοί. Αν μας ρωτήσει ο Χριστός την ημέρα της Κρίσεως, ας πούμε τη γνώμη μας…

– Γέροντα, σήμερα στη διαλογή των ελιών κατέκρινα μερικές αδελφές, γιατί έβλεπα ότι δεν έκαναν προσεκτικά τη δουλειά τους. -Κοίταξε να αφήσεις τις κρίσεις και τις κατακρίσεις, γιατί μετά θα σε κρίνει κι εσένα ο Θεός. Εσύ δεν βάζεις καμμιά ελιά λίγο χαλασμένη μαζί με τις άλλες;                                                     – Όχι Γέροντα, προσέχω να μη βάζω.                                        – Αν μας κάνει τόσο καλό διάλεγμα ο Χριστός στην Κρίση, χαθήκαμε! Ενώ, αν τώρα παραβλέπουμε τα σφάλματα των άλλων και δεν τους κατακρίνουμε, θα μπορούμε τότε να πούμε στο Χριστό: «Χριστέ μου, βάλε με κι εμένα σε καμιά άκρη μέσα στο
Παράδεισο!».                                                                      -Γέροντα, τι θα με βοηθήση να μην κατακρίνω;
– Όλα είναι πάντοτε έτσι όπως τα σκέφτεσαι εσύ;
– Όχι, Γέροντα.
– Ε, τότε να λες: «Δεν σκέφτομαι πάντοτε σωστά πολλές φορές κάνω λάθος. Να, στην τάδε περίπτωση σκέφθηκα έτσι και βγήκε ότι είχα άδικο. Στην τάδε περίπτωση έκρινα και έπεσα έξω, οπότε τον αδίκησα τον άλλον. Επομένως δεν πρέπει να ακούωτον λογισμό μου». Ο καθένας μας λίγο- πολύ έχει περιπτώσεις που έπεσε έξω στην κρίση του.
Αν φέρη στον νου του τις περιπτώσεις που έκρινε και έπεσε έξω, τότε θα αποφεύγη την κατάκριση. Αλλά και μια φορά να μην έπεσε έξω και να είχε δίκαιο, πού ξέρει τα ελατήρια του άλλου; Ξέρει πώς έγινε κάτι; Να μη βγάζουμε εύκολα συμπεράσματα.
Κι εγώ, όταν ήμουν νέος, είχα την κατάκριση ψωμοτύρι. Επειδή ζούσα λίγο προσεκτικά και είχα μια ψευτοευλάβεια, ό,τι μου φαινόταν στραβό, το έκρινα.
Γιατί, όταν στον κόσμο ζη κανείς λίγο πνευματικά, μπορεί να βλέπη πολλά κουσούρια στους άλλους και να μη βλέπη αρετές. Εκείνους που καλλιεργούν την αρετή μπορεί να μη τους βλέπει, γιατί ζουν στην αφάνεια, αλλά να βλέπη τους άλλους που κάνουν αταξίες και να τους κατακρίνη. «Αυτός, λέει, κάνει έτσι, εκείνος περπατεί έτσι, ο άλλος κοιτάζει έτσι …;». Ξέρετε τι είχα πάθει μια φορά;
Είχαμε πάει με ένα γνωστό μου να λειτουργηθούμε σε ένα μοναστήρι στο Μονοδένδρι, εννιά ώρες περίπου μακριά από την Κόνιτσα. Όταν μπήκαμε στον ναό, ο γνωστός μου στάθηκε στο αναλόγιο, για να ψάλη, και εγώ πήγα στο στασίδι πίσω από τον ψάλτη παρακολουθούσα κι έψελνα σιγανά. Κάποια στιγμή ήρθε μια γυναίκα με μαύρα, σχετικά νέα, στάθηκε δίπλα μου και συνέχεια με κοιτούσε. Με κοιτούσε, έκανε τον σταυρό της με κοιτούσε, έκανε τον σταυρό της …; Είχα αγανακτήσει. Βρέ, παιδάκι μου, έλεγα μέσα μου, τι σόι άνθρωπος είναι αυτή; Μέσα
στον κόσμο, μέσα στην εκκλησία, τί με κοιτάζει έτσι;». Εγώ τις αδελφές μου, όταν περνούσαν στον δρόμο δίπλα μου, δεν τις έβλεπα. Πήγαιναν μετά και έκαναν παράπονα στην μάνα μας: «Με είδε ο Αρσένιος, έλεγαν, και δε μου μίλησε!» .
«Καλά, μου έλεγε μετά η μητέρα μου, βλέπεις τις αδελφές σου στον δρόμο και δεν τις μιλάς;». «Εγώ θα κοιτάζω αν αυτή που περνάει δίπλα μου είναι η αδελφή μου; της έλεγα. Ένα σωρό σόι έχουμε. Αυτό θα κάνω;». Θέλω να πω, είχα κάτι τέτοιες ακρότητες. Να περνά τώρα δίπλα σου η ίδια σου η αδελφή και να μην της μιλάς! Τέλος πάντων …! Μόλις λοιπόν τελείωσε η Θεία λειτουργία, πήγε αυτή η μαυροφόρα και παρακάλεσε τον ιερέα να μου πη να πάω στο σπίτι της, γιατί έμοιαζα πολύ με το παιδί της που είχε σκοτωθή στον πόλεμο!
Όταν πήγα στο σπίτι της, είδα την φωτογραφία του παιδιού της πραγματικά, μοιάζαμε σαν αδέλφια! Αυτή η καημένη με κοιτούσε μέσα στην εκκλησία και έκανε τον σταυρό της σαν να έβλεπε το παιδί της. Κι εγώ έλεγα: «Την αθεόφοβη, μέσα στην εκκλησία πώς κοιτάζει!». Ω, μετά ξέρετε πώς με είχε λειώσει αυτό το περιστατικό;
«Για δες, είπα, εσύ να κάνης τέτοιους λογισμούς, ότι ποιος ξέρει τι γυναίκα είναι και μεσ’ στην εκκλησία να μην ντρέπεται καθόλου …; και αυτή η φουκαριάρα να έχη χάσει το παιδί της και να έχη τον καημό της!».
Μια άλλη φορά κατέκρινα τον αδελφό μου που ήταν φαντάρος. Μου έστειλε μήνυμα ο σιτιστής: «Έδωσα στον αδελφό σου δύο μπετόνια με λάδι τι έγιναν τα μπετόνια;».
«Μα, αυτός εκεί πέρα, είπα, έφερνε στο σπίτι τους στρατιώτες και τους φιλοξενούσαμε, τώρα πώς τόκανε αυτό, να πάρη λάδι από τον στρατό;». Οπότε πιάνω και γράφω στον αδελφό μου αγανακτισμένος ένα γράμμα …; Κι εκείνος μου
απαντάει: «Τα μπετόνια να τα ζητήσης από την νεωκόρο της κάτω εκκλησίας»!
Αυτός το λάδι το είχε στείλει στην εκκλησία της κάτω Κόνιτσας, γιατί ήταν φτωχή.
«Χρόνια πολλά, είπα τότε στον εαυτό μου. Την άλλη φορά κατέκρινες εκείνη την φουκαριάρα τώρα τον αδελφό σου. Άλλη φορά τίποτε-τίποτε!». Θέλω να πω, όταν είδα ότι έπεφτα έξω στις κρίσεις μου, εξέταζα τον εαυτό μου: «Στην τάδε περίπτωση
είχα πει για τον άλλον ότι ενήργησε έτσι, αλλά τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Άλλη φορά άλλο συμπέρασμα είχα βγάλει κι αλλιώς ήταν». Έτσι έβαλα τον εαυτό μου στη θέση του. «Άλλη φορά, είπα, δεν θα κρίνης καθόλου. Τελεία- παύλα! Είσαι στραβός και όλα στραβά και ανάποδα τα βλέπεις. Κοίταξε να γίνης σωστός άνθρωπος». Και μετά, όταν μου φαινόταν κάτι στραβό, έλεγα: «Κάτι καλό θα είναι, αλλά εγώ δεν το καταλαβαίνω όσες φορές έβαλα αριστερό λογισμό, έπεσα έξω». Όταν πλέον σιχάθηκα τον εαυτό μου, με την καλή έννοια, όλους τους δικαιολογούσα για τους άλλους έβρισκα πάντα ελαφρυντικά και μόνον τον εαυτό μου
κατέκρινα. Αλλά, εάν ο άνθρωπος δεν παρακολουθή τον εαυτό του, όλα τα περνάει απαρατήρητα και μετά στην Κρίση θα είναι αναπολόγητος. Θέλει παλληκαριά, για να κοπή η κατάκριση.
Από το βιβλίο: «ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ» ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

ΛΟΓΟΙ Ε ́

https://www.impantokratoros.gr/geron-paisios-katakrish.el.aspx
π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος: Διάλογος με ένα άπιστο

 

«Ο ΘΕΟΣ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΑΔΙΑΦΟΡΟΣ!»
ΑΠΙΣΤΟΣ.: Παραδέχομαι ότι τά επιχειρήματα σας είναι ισχυρά. Έχω όμως μιά απορία ακόμη. Δέν νομίζετε ότι ό Χριστός άφησε τό έργο του ημιτελές; Εκτός και άν μας εγκατέλειψε. Δέν μπορώ νά φαντασθώ ένα Θεό νά παραμένη αδιάφορος στό δράμα του άνθρωπου. Εμείς νά βολοδέρνουμε εδώ κι’ εκείνος από ψηλά νά στέκη απαθής.
ΓΕΡΟΝΤΑΣ.: Όχι, παιδί μου, δέν έχεις δίκιο. Δέν άφησε τό έργο Του ημιτελές. Αντιθέτως, στην Ιστορία είναι ή μοναδική περίπτωση του ανθρώπου, ό οποίος είχε τήν βεβαιότητα ότι ολοκλήρωσε τό έργο Του και ότι δέν είχε τίποτε άλλο νά κάνη και νά ειπή. Ακόμη και ό μέγιστος τών σοφών, ό Σωκράτης, ό όποιος μιά ζωή έλεγε και δίδασκε, στό τέλος συνέθεσε και μιά περίτεχνον απολογία και άν ζούσε θάχε και άλλα νά πή.
Μόνον ό Χριστός, σέ τρία χρόνια, είπε ότι είχε νά ειπή, έπραξε ότι ήθελε νά πράξη, και είπε και τό «τετέλεσται». Δείγμα και αυτό της Θεϊκής Του τελειότητος και αυθεντίας. Όσο γιά τήν εγκατάλειψη που είπες, σέ καταλαβαίνω. Χωρίς Χριστό ό κόσμος είναι θέατρο του παραλόγου. Χωρίς Χριστό δέν μπορείς νά εξήγησης τίποτε.
Γιατί οι θλίψεις, γιατί οι αδικίες, γιατί οι αποτυχίες, γιατί οι ασθένειες, γιατί; Γιατί; Γιατί; Χιλιάδες πελώρια «γιατί». Κατάλαβε το. Δέν μπορεί ό άνθρωπος νά προσέγγιση, με την πεπερασμένη λογική του, τήν απάντηση όλων αυτών τών «γιατί». Μόνο μέ τόν Χριστό όλα εξηγούνται. Μας προετοιμάζουν γιά τήν αιωνιότητα. Ίσως εκεί μας αξιώσει νά πάρουμε απάντηση σέ μερικά «γιατί».
Αξίζει τόν κόπο νά σου διαβάσω ένα ωραίο ποίημα από τήν συλλογή του Κωνσταντίνου Καλλινίκου, «Δάφναι και μυρσίναι», που έχει τίτλο «Ερωτηματικά»:

ΠΕΣ ΜΟΥ, ΠΑΤΕΡΑ!

Είπα στον γέροντα ασκητή τόν εβδομηκοντάρη
πού κυματούσε ή κόμη τον σαν πασχαλιάς κλωνάρι:
«Πές μου, πατέρα μου, γιατί σέ τούτη δω τη σφαίρα
αχώριστα περιπατούν ή νύχτα και ή μέρα; Γιατί σαν νάσαν δίδυμα φυτρώνουνε αντάμα τ’ αγκάθι και τό λούλουδο, τό γέλιο και τό κλάμα; Γιατί στην πιό ελκυστική τού δάσους πρασινάδα
σκορπιοί φωλιάζουν κι’ όχεντρες και κρύα φαρμακάδα; Γιατί προτού τό τρυφερό μπουμπούκι ξεπροβάλη και ξεδιπλώση μπρος στό φως τ’ αμύριστα του κάλλη μαύρο σκουλήκι έρχεται μιά μαχαιριά τού δίνει κι’ ένα κουρέλι άψυχο στην κούνια του τ’ αφήνει; Γιατί αλέτρι και σπορά και δουλευτάδες θέλει
τό στάχυ ώσπου νά γενή ψωμάκι και καρβέλι και κάθε τι ωφέλιμο κι’ ευγενικό και θείο πληρώνεται μέ δάκρυα και αίματα στό βίο,
ενώ ό παρασιτισμός αυτόματος θεριεύει κι’ ή προστυχιά όλη τή γη νά καταπιή γυρεύει; Τέλος, γιατί εις του παντός τήν τόση αρμονία
νά χώνεται ή σύγχυσις κι’ ή ακαταστασία;» Απήντησεν ό ασκητής μέ τή βαριά φωνή του προς ουρανούς υψώνοντας τό χέρι τό δεξί του: «Οπίσω από τά χρυσά εκεί επάνω νέφη κεντά ό Μεγαλόχαρος ατίμητο γκερκέφι*. Κι’ έφ’ όσον εις τά χαμηλά ημείς περιπατούμεν
τήν όψι τήν ξανάστροφη, παιδί μου, θεωρούμεν. Καί είναι άρα φυσικόν λάθη ό νούς νά βλέπη εκεί πού νά ευχαριστή καί νά δοξάζη πρέπει. Περίμενε σάν Χριστιανός νά έλθη ή ήμερα
πού ή ψυχή σου φτερωτή θά σχίση τόν αιθέρα καί τού Θεού τό κέντημα απ’ τήν καλή κυττάξης καί τότε… όλα σύστημα θά σου φανούν καί τάξις». Ό Χριστός, παιδί μου, δέν μας εγκατέλειψε ποτέ. Παραμένει μαζί μας μέχρι συντέλειας των αιώνων. Αυτό, όμως, θα τό καταλάβης μόνο αν γίνης συνειδητό μέλος της Εκκλησίας Του και συνδεθής μέ τα μυστήρια της. Όμως, γι’ αυτό, όποτε θελήσεις, έλα να τα ξαναπούμε.
* γκεργκέφι=κέντημα
=======================================================
π. Εφραίμ Παναούσης: ”Κατάκριση: Μια επικίνδυνη Αμαρτία” 9-6-
15

ομιλία του Αρχιμ. Εφραίμ Παναούση, με θέμα «Και μη κατακρίνειν
τον αδελφόν μου», που πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 16/3/2015 στον
Ι. Ν. Αναλήψεως του Χριστού Βόλου

π. Εφραίμ Παναούσης – Η δύναμη του καλού λόγου, 27-12-2017

Κατάκριση 3, π.Ανδρέας Κονάνος

=======================================================

“Οι σκέψεις μπορούν να σε τρελάνουν”. π. Ανδρέας Κονάνος
(Φουρφουράς 20 Μαρτίου 2017)

Αρχιμ. π. Ανδρέας Κονάνος – Όταν τα πράγματα δεν έρχονται όπως
τα θέλεις…

Καταπολέμηση της Μελαγχολίας – π Ανδρέας Κονάνος

Oμιλία του Μητροπολίτου Σισανίου και Σιατίστης κ. Παύλου,
Αγιότητα ένας λησμονημένος στόχος

Το πρόβλημα της θεοδικίας

Το πρόβλημα της θεοδικίας
π. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου

Το πρόβλημα της θεοδικίας συγκλονίζει πολλούς. Γιατί υποφέρει ο δίκαιος σ’ αυτή τη
ζωή; Γιατί ευημερεί ο άδικος; Για τον πιστό δεν μπορεί να δοθεί απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα ανεξάρτητα από την πραγματική ελπίδα του χριστιανού, που δεν αναφέρεται ασφαλώς στην αντιμετώπιση των δυσχεριών αυτής της ζωής.

Τονίζοντας την ελπίδα αυτή ο Απόστολος Παύλος υπογραμμίζει: Εάν μόνον δια την ζωήν αυτήν έχομεν ελπίσει εις τον Χριστόν, τότε είμεθα οι πιο αξιολύπητοι από όλους τους ανθρώπους… αλλά ο Χριστός πραγματικά αναστήθηκε εκ νεκρών και έγινε απαρχή των κεκοιμημένων… όλοι θα ζωοποιηθούν εν τω Χριστώ, ο καθένας εις την ιδίαν τάξιν του.
Η αρχή είναι ο Χριστός, έπειτα, κατά την παρουσίαν του, όσοι είναι του Χριστού μετά έρχεται το τέλος… ο τελευταίος εχθρός που θα καταργηθεί είναι ο θάνατος (Α Κορ. ιε 19-26).
Οι θλίψεις στη ζωή μας δεν είναι η τελική έκβαση των πραγμάτων, γιατί η Ανάσταση του Χριστού είναι πραγματικότης και η τελική νίκη κατά των θλίψεων και του θανάτου είναι για τον πιστό βεβαιότητα. Είμαστε χριστιανοί όχι αποβλέποντες σ’ αυτή τη ζωή, αλλά στην Ανάσταση. Επομένως δεν μπορεί κανείς να δώσει απάντηση στο πρόβλημα της θεοδικίας με βάση τη χριστιανική πίστη, ανεξάρτητη από τη χριστιανική ελπίδα.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει πως μεταξύ δύο πονηρών ο ένας τιμωρείται σ’ αυτή τη ζωή ενώ ο άλλος αντίθετα ευδαιμονεί. Και μεταξύ δύο ευσεβών ανθρώπων συμβαίνει κάτι ανάλογο. Ο ένας απολαμβάνει πλούσια τα αγαθά της ζωής, ενώ ο άλλος δοκιμάζεται. Όλα αυτά, λέγει, είναι έργο της προνοίας του Θεού…
Εάν Ανομίας παρατηρήσης, Κύριε, Κύριε, τις υποστήσεται;, αν λάβεις υπ’ όψιν σου τις ανομίες, ποιος θα αντέξει; (Ψαλμ. ρκθ/ρλ 3). Αν ο Θεός τιμωρούσε όλους, για όλα τα αμαρτήματα, θα είχε προ πολλού εξαφανιστεί το γένος των ανθρώπων και δεν θα
διατηρούσε τη συνέχειά του, σχολιάζει ο ίδιος πατέρας της Εκκλησίας.
Εάν η ζωή περιοριζόταν μόνο στον παρόντα κόσμο, δεν θα επέτρεπε ο Θεός ποτέ, να μη λάβουν αμοιβή εκείνοι που έπαθαν τόσο μεγάλα και πολλά κακά και περνούν ολόκληρον την ζωήν των με πειρασμούς και αναριθμήτους κινδύνους. Είναι φανερόν
ότι καλυτέραν και λαμπροτέραν άλλην ζωήν ητοίμασε, κατά την οποίαν μέλλει να στεφανώνη και να ανακηρύττη νικητάς τους αθλητάς της ευσεβείας, ενώπιον όλου του κόσμου.
Γι’ αυτό ο Θεός έκανε τη ζωή μας κοπιαστική, για να επιθυμήσουμε τα μέλλοντα αγαθά εξαιτίας των εδώ θλίψεων, λέγει σε άλλο σημείο ο Χρυσόστομος. Αν τώρα που μας περιστοιχίζουν τόσα δυσάρεστα είμαστε τόσο προσκολλημένοι σ’ αυτή τη ζωή,
πότε θα επιθυμούσαμε τα μέλλοντα, αν η ζωή μας ήταν χωρίς καθόλου λύπες;…
Για όσους δυσανασχετούν για τις θλίψεις, οι πατέρες γνωρίζουν μία συνταγή να μη θεωρούν συνεχώς τα λυπηρά και να μη αφοσιώνονται στα παροδικά πράγματα της ζωής αυτής να περιφέρουν το βλέμμα τους στη θεωρία των αληθινών αγαθών, όπως ακριβώς κάνουν εκείνοι που είναι άρρωστοι στα μάτια αποφεύγουν να κοιτάζουν λαμπερά αντικείμενα (Μ. Βασίλειος).
Μπροστά σ’ αυτό το μεγάλο ταξείδι για τον ουρανό, είναι ντροπή να ενοχλείται κανείς με τις δυσκολίες που υπάρχουν στο δρόμο του, λέγει ο Χρυσόστομος. Διότι και εάν συνεκεντρώνοντο όλα τα δεινά που υφίστανται οι άνθρωποι, είτε λοιδορίαι, είτε ύβρεις, είτε ατιμίαι, είτε συκοφαντίαι, είτε ξίφος, είτε πυρ, είτε αλυσίδες και
θηρία και καταποντισμοί και όσα από κτίσεως κόσμου ο παρών βίος εδοκίμαςε κακά, δεν θα περιγελάσης όλα αυτά, ειπέ μου, και δεν θα τα καταφρονήσης; Θα σκεφθής λοιπόν αυτά;.
Οι πατέρες της Εκκλησίας απαριθμούν διάφορες αιτίες, για τις οποίες ο Θεός επιτρέπει τις θλίψεις στη ζωή του ανθρώπου.
Η ζωή αυτή είναι μέσο δοκιμασίας, πειρατήριον, αναφέρεται στο βιβλίο του Ιώβ (ζ 1)στάδιο αθλήσεως για τους ανθρώπους. Οι θλίψεις και γενικά οι πειρασμοί στη ζωή είναι τα όργανα αυτής της αθλήσεως. Αγαθόν μοι ότι επείρασάς με, όπως αν μάθω τα δικαιώματά σου, λέγει ο ψαλμωδός (Ψαλμ. ριη/ριθ 7). Αυτό είναι το γνώρισμα των συνετών, λέγει ένας πατέρας της Εκκλησίας: λέγοντας τη φράση αυτή, διαπαιδαγωγούνται από τις συμφορές και καθαρίζονται όπως το χρυσάφι, γιατί η ταλαιπωρία γεννά την γνώσιν των προσταγμάτων του Θεού. Τα γενναία φρονήματα,
λέγει σε άλλο σημείο, συνηθίζουν να αντιδρούν εναντίον της δια της βίας επιβουλής, όπως αντιδρά η φλόγα όταν προσβάλλεται από τον άνεμο και ανάπτει τόσο περισσότερο, όσο δυνατώτερα φυσάται.
Οι θλίψεις λοιπόν είναι απαραίτητες για τους αθλητές του Χριστού. Ο ίδιος ο Χριστός προειδοποίησε: Στον κόσμο σάς περιμένει θλίψι, αλλά έχετε θάρρος, εγώ νενίκηκα τον κόσμον (Ιω. ιστ 33).
Όλοι όσοι θέλουν να ζουν με ευσέβεια εν Χριστώ Ιησού θα διωχθούν (Β Τιμ. γ 12)…
Οι δοκιμασίες στη ζωή, λέγουν οι Πατέρες της Εκκλησίας, συντελούν στο να γνωρίσει ο άνθρωπος την αδυναμία του και να ταπεινωθεί προφυλάσσοντας τον εαυτό του από το λογισμό της υψηλοφροσύνης.
Ο Απόστολος Παύλος έλαβε ιδιαίτερα χαρίσματα Από τον Θεό και όμως εβασανίζετο από ένα αγκάθι στο σώμα του, για το οποίο τρεις φορές παρακάλεσε τον Θεό, με αποτέλεσμα να πάρει την απάντηση: Σου αρκεί η χάρις μου, διότι η δύναμίς μου φανερώνεται τέλεια εκεί που υπάρχει αδυναμία ̇ η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται. Ο ίδιος προσθέτει: Και δια να μη υπερηφανεύομαι δια τας πολλάς αποκαλύψεις, μου δόθηκε σκόλοψ τη σαρκί μου, ένας άγγελος του Σατανά, δια να με
ραπίζη, δια να μη υπερηφανεύομαι (Β Κορ. ιβ 79)…
Ο πιστός δεν θέτει το ερώτημα, γιατί αυτός υποφέρει και εκείνος ευτυχεί στη ζωή, επειδή το αξιολογικό κριτήριο είναι διαφορετικό. Η σκέψη του συγκεντρώνεται στο λόγο της Γραφής: Παιδί μου μη περιφρονήσης την διαπαιδαγώγησιν του Κυρίου και μη χάσης το θάρρος σου, όταν ελέγχεσαι από αυτόν, διότι εκείνον που αγαπά οΚύριος τον παιδαγωγεί, και μαστιγώνει κάθε παιδί, το οποίον δέχεται. Υπομείνατε την διαπαιδαγώγησίν σας….
Ο Κύριος Αφήνει τον δούλο του να παλεύη ενώ τον προσέχει ο ίδιος από κοντά, όπως πρόσεχε και τον Μ. Αντώνιο, όταν πάλευε με τα δαιμόνια. Κατοικούσε μέσα σ ένα μνήμα κι εκεί τον έδειραν οι δαίμονες μέχρι που έμεινε αναίσθητος. Ο φίλος του που
τον υπηρετούσε τον μετέφερε στο Κυριακό του χωριού. Την νύχτα, όταν ο Αντώνιος ξαναβρήκε τις αισθήσεις του, παρακαλούσε το φίλο του να τον ξαναπάη πίσω στο μνήμα. Άρρωστος βαρειά ο όσιος δεν μπορούσε να σταθή στα πόδια του και προσευχόταν ξαπλωμένος. Τότε δέχτηκε νέα σκληρή επίθεση των δαιμόνων και υπέφερε πολύ σε μια στιγμή ανέβλεψε, είδε φως και τότε κατάλαβε πως είχε έλθει ο Κύριος μέσα στο φως, και του είπε:
Πού ήσουν; Γιατί δεν φάνηκες από την αρχή, για να πάψης τα βάσανά μου; Και ο
Κύριος του αποκρίθηκε:
Εδώ ήμουν, Αντώνιε, αλλά περίμενα να δω τα αγωνίσματά σου.
Έτσι κι εμείς πρέπει να θυμόμαστε πάντοτε πως ο Κύριος παρακολουθεί τον αγώνα μας κατά του εχθρού και γι αυτό να μη φοβόμαστε, έστω και αν μας επιτεθή όλος ο Άδης, αλλά να είμαστε ανδρείοι (π. Σωφρόνιος).
Ταπεινώσου και θα δης πως όλες οι δυστυχίες σου θα μετατραπούν σε ανάπαυση, έτσι που συ ο ίδιος έκπληκτος θα λες: Γιατί βασανιζόμουν και στενοχωριόμουν τόσο πολύ πιο πριν; Τώρα όμως χαίρεσαι, γιατί έχεις ταπεινωθή και ήλθε η χάρη του Θεού.
Τώρα, κι αν ακόμη μείνης μόνον εσύ πτωχός στον κόσμο, δεν θα σε εγκαταλείψει η χαρά. Γιατί δέχθηκες στην ψυχή σου εκείνη την ειρήνη για την οποία λέει ο Κύριος ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν, (Ιω. ιδ 27). Έτσι δίνει ο Κύριος σε κάθε ταπεινή ψυχή την ειρήνη Του, που ξεπερνά τα όρια του νου.
Είπε ο Αββάς Ποιμήν για τον Αββά Ιωάννη τον Κολοβό, ότι παρακάλεσε τον Θεό και σηκώθηκαν τα πάθη απ’ αυτόν και έγινε αμέριμνος. Και πήγε σ’ ένα γέροντα και του είπε: Βλέπω τον εαυτό μου να αναπαύεται και να μην έχη κανένα πόλεμο. Και του λέγει ο γέρων: Πήγαινε παρακάλεσε τον Θεό να σου ξαναφέρη τον πόλεμο, καθώς και τη συντριβή και την ταπείνωση που είχες πρώτα. Γιατί μέσ’ από τους πο- λέμους προοδεύει η ψυχή. Παρακάλεσε λοιπόν και σαν ήλθε ο πόλεμος ποτέ δεν ξαναζήτησε πλέον να απαλλαγή απ’ αυτόν. Αλλά έλεγε: Δόσε μου, Κύριε, υπομονή στους πειρασμούς (Από το Γεροντικό).
Η διδαχή αυτή για τους γενναίους αθλητές των θλίψεων κηρύττεται ομόφωνα από τους πατέρες της Εκκλησίας…
Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να αδικήση ένα πιστό. Ο μόνος που μπορεί να τον αδικήσει είναι ο ίδιος ο εαυτός του, τονίζει ο Χρυσόστομος. Αν ο ίδιος δεν αδικήσει τον εαυτό του, δεν θα μπορέσει κανείς να το κάνει και αν ακόμη ολόκληρος η
οικουμένη εγείρη εναντίον του σκληρόν πόλεμον. Αν κάποιος οικοδομήσει την οικία του επί την πέτραν, δεν έχει να φοβηθή ούτε τη βροχή, ούτε τους ποταμούς, ούτε τους σφοδρούς ανέμους ̇ τεθεμελίωτο γαρ επί την πέτραν. Αντίθετα η οικοδομή του άλλου
γκρεμίστηκε, όχι εξαιτίας της βροχής, των ποταμών ή των ανέμων, αλλά επειδή ο ίδιος την θεμελίωσε πάνω στην άμμο (Ματθ. ζ 24-27)…
Διότι τι επροξένησε η ασθένεια εις τον πτωχόν Λάζαρον; Τι δε η έλλειψις προστατών; Τι η έφοδος των σκύλων; Η γειτονία του προς τον πλούσιον; Και εις τι εζημίωσε τον αθλητήν τούτον η μεγάλη πολυτέλεια και υπερηφάνεια και η ηθική φαυλότης εκείνου; Μήπως τον κατέστησεν ασθενέστερον δια τους υπέρ της αρετής αγώνας; Και τι έβλαψεν την ψυχικήν του δύναμιν; Πουθενά τίποτε. Αντίθετα όλα αυτά ήταν πρόσθετος λόγος δόξης, διότι δεν εστεφανώνετο μόνον δια την πτωχείαν του, ούτε δια την πείναν, ούτε δια τας πληγάς, ούτε δια τας γλώσσας των σκύλων
αλλά δια το ότι ενώ είχε τοιούτον γείτονα, και ενώ κάθε ημέραν εβλέπετο από αυτόν και περιφρονείτο διαρκώς, με γενναιότητα και με πολλήν καρτερίαν υπέμεινε τον πειρασμόν τούτον, ο οποίος όχι ολίγον, αλλά πάρα πολύ έκαιε την πενίαν και την εγκατάλειψίν του.
Διότι τι ημπορεί να κάμη εις τον γενναίον άνδρα δια να τον ρίψη εις την λύπην; θα του αφαιρέση χρήματα; Όμως έχει πλούτον εις τον ουρανόν. Θα τον εκδιώξη από την πατρίδα του; Όμως θα τον στείλη εις την άνω πατρίδα. Θα τον δέση με δεσμά; Όμως
έχει την συνείδησίν του ελευθέραν και δεν αισθάνεται τα εξωτερικά δεσμά. Θα τον φονεύση; Όμως πάλιν θ’ αναστηθή. Και όπως εκείνος που κτυπά την σκιάν και δέρνει αέρα κανένα δεν θα ημπορέση να κτυπήση, έτσι κι εκείνος που πολεμάει τον δίκαιον
άνθρωπον ματαιοπονεί μόνον και καταναλίσκει την δύναμίν του και εις εκείνον ουδεμίαν πληγήν θα ημπορέση να επιφέρη….
Την ίδιαν διδαχή προβάλλει και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. Ας μη γίνουμε πονηροί δούλοι, λέγει, οι οποίοι δοξολογούν τον Κύριο όταν τους ευεργετεί και δεν τον πλησιάζουν όταν τους τιμωρεί αν και πολλάς φοράς ο πόνος είναι καλύτερος από την
υγείαν, η εγκαρτέρησις εις τας θλίψεις από την έλλειψιν των θλίψεων, η εξονυχιστική έρευνα από την αμέλεια και η μετάνοια από την συγχώρησιν. Θα το είπω με συντομίαν: Δεν πρέπει ούτε να απελπιζόμεθα δια τας συμφοράς, ούτε να υπερηφανευόμεθα δια την αφθονίαν.
Για το ίδιο θέμα μιλούν και οι Ασκητικοί πατέρες. Έτσι ο Ισαάκ ο Σύρος αναφέρει πως αν ο πόθος του Χριστού δεν νικά με τέτοιον τρόπο μέσα στον πιστό, ώστε να μένει απαθής στις θλίψεις του, τότε πρέπει να γνωρίζει πως ο πόθος του κόσμου υπερτερεί του πόθου του Χριστού. Και όταν η αρρώστια, η φτώχεια, ο αφανισμός του σώματος και τα άλλα κακά ταράσσουν το λογισμό του και του αφαιρούν τη χαρά που προέρχεται από την ελπίδα προς τον Θεό και από τη φροντίδα κατά Θεόν, τότε πρέπει να γνωρίζει πως μέσα του ζει η αγάπη του σώματος και όχι η αγάπη του Χριστού…
Γίνεσθε μιμηταί μου, καθώς εγώ είμαι μιμητής του Χριστού, λέγει ο Απόστολος (Α Κορ. ια 1) και σε άλλο σημείο προσθέτει: εγώ γαρ τα στίγματα του Κυρίου Ιησού εν τω σώματί μου βαστάζω (Γαλ. στ 17)…

Σ’ αυτούς που γνωρίζουν τον πόθο του Χριστού, λέγει ο Χρυσόστομος, το να κακοποιηθούν για χάρη Του θεωρείται το πιο αξιομακάριστον από όλα… Ο ανόητος άνθρωπος δεν αποδέχεται τα φάρμακα του Θεού και ζητάει από το Θεό να επέμβει στη ζωή του, όπως ο ίδιος θέλει και όχι όπως κρίνει ο μεγάλος ιατρός της
ψυχής του ανθρώπου ότι συμφέρει. Γι’ αυτό δείχνει αδιαφορία και κυριεύεται από ανησυχία και άλλοτε πολεμεί με πείσμα τους ανθρώπους, άλλοτε δε βλασφημεί προς τον Θεό και με τον τρόπο λοιπόν αυτό και την αγνωμοσύνη του δείχνει, και παρηγοριά δεν βρίσκει (Μάξιμος ομολογ.).
Όποιος σκέπτεται πως ο πειρασμός παρουσιάστηκε για κάτι καλό, για τη διαπαιδαγώγησή του, για την εξάλειψη αμαρτιών, για να εμποδίσει μελλοντικά αμαρτήματα, δεν αγανακτεί, αλλά αποβλέπει στον Θεό και τον ευχαριστεί γιατί παρεχώρησε τον πειρασμό. Δέχεται πρόθυμα την παιδαγωγική τιμωρία, όπως ο Δαβίδ(Β Βασιλ./Β Σαμ. ιστ 10) ή ο Ιώβ (Ιώβ β 10)…
Ας μη δυσφορούμε λοιπόν δια τα παρόντα κακά διότι εάν έχεις αμαρτίας, εξαφανίζονται και κατακαίονται εύκολα από την θλίψιν εάν δε έχης αρετήν γίνεσαι λαμπρός και φαιδρός από αυτήν. Διότι εάν διαρκώς αγρυπνής και είσαι νηφάλιος θα είσαι ανώτερος από κάθε βλάβην. Διότι δεν είναι αιτία των ηθικών πτώσεων η φύσις
των πειρασμών, αλλά η αμέλεια αυτών που πειράζονται (ι. Χρυσόστομος).
Συμπερασματικά αναφέρουμε πως οι δυσχέρειες σ’ αυτή τη ζωή, οι λεγόμενες κακώσεις ή το φυσικό κακό δεν αποτελούν την τελική έκβαση. Είναι απλώς εμπόδια στο δρόμο του ανθρώπου προς την τελική πραγματικότητα, χρήσιμα να τον γυμνάσουν και να τον αναδείξουν αθλητή του Χριστού.
Αν οι κακώσεις επιβληθούν στον πιστό και περνώντας μέσα από αυτές συνεχίσει ατάραχος το δρόμο του προσηλώνοντας τα μάτια του στο σκοπό, χαρακτηρίζονται στίγματα του Κυρίου που βαστάζονται από τους πιστούς με χαρά και λογίζονται από
αυτούς καύχημα. Οι ταλαιπωρίες στο όνομα του Κυρίου αποτελουν δόξα για τον πνευματικό αθλητή και χαρίζουν σ αυτόν παρρησία ενώπιων του Θεού.
Ο Κύριος είναι και μένει πάντοτε στοργικός πατέρας, δεν εγκαταλείπει ποτέ τα παιδιά του και δεν επιτρέπει να δοκιμαστούν πάνω από τη δύναμή τους, ακόμη και αν νομίσει κανείς πως εγκαταλείφθηκε εντελώς από τη χάρη του Θεού… Ο Κύριος
βρίσκεται κοντά του και επεμβαίνει όταν χρειασθεί.
Το πρόβλημα της θεοδικίας δεν υφίσταται για ένα πιστό, που βαδίζει συνειδητά το δρόμο του, με κατεύθυνση την Ανάσταση, την αφθαρσία και την αθανασία, την επιστροφή στην κοινωνία μετά του Θεού και στη μία φύση, δηλαδή στη βασιλεία της
ειρήνης, της δικαιοσύνης, της αρμονίας, της Αγάπης στην επιστροφή στο κατ’ εικόνα και στην πραγμάτωση του καθ’ ομοίωσιν Θεού. Κάθε πιστός γνωρίζει πως η σημερινή κατάσταση, όσο απαράδεκτη και αν είναι, δεν αποτελεί την τελική έκβαση του
αγώνος, δεν είναι η αιώνια πραγματικότης.

Για τους Αθλητές του Χριστού οι κακώσεις είναι πλούτος και για τους αμελείς βοηθός, που τους προφυλάσσει από τα βλαβερά, ενώ εκείνους που βρίσκονται μακρυά από το Θεό τους διευκολύνει να επιστρέψουν. Σε κάθε λοιπόν περίπτωση, στο κέντρο βρίσκεται το συμφέρον του ανθρώπου. Ο Θεός δεν είναι εκδικητής, αλλά στοργικός πατέρας και πνευματικός γιατρός. Ποτέ κανείς δεν θα μπορούσε να κατηγορήσει το γιατρό για τις κακώσεις στις οποίες υποβάλλει τον ασθενή του δεν είναι ο ασθενής ο εχθρός του γιατρού, αλλά η ασθένεια. Αυτή είναι η αιτία, όχι ο γιατρός. Όπως και όταν φυσήξει άνεμος, πέφτει μόνο το σπίτι που θεμελιώθηκε στην άμμο, όχι εκείνο που κτίσθηκε πάνω στην πέτρα και κανείς δεν θα πει πως φταίει ο άνεμος που έπεσε το σπίτι.
Η κάκωση λοιπόν δεν είναι ο εχθρός καμμία κάκωση δεν μπορεί να αδικήσει τον πιστό χριστιανό. Μόνο ο ίδιος θα μπορούσε να αδικήσει τον εαυτό του αν εκλάβει τις κακώσεις σαν την τελική κατάσταση και τα βάλει ακόμη και με το Θεό!

Έκπομπὴ 34η, Τὸ πρόβλημα τῆς Θεοδικίας, 4 Μαΐου 2017,
Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος

Ly0putB6dsglzI&index=118